ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ

Μαλώναν οι αγέρηδες, οι παλιοχασομέρηδες.
Βίρα ο ένας, μάϊνα ο άλλος, γίνονταν καυγάς μεγάλος.

Όμως έφτασε η μπουνάτσα, προκομμένη και καπάτσα.
Τους τσακώνει από τ αυτί και τους κλείνει στο σακί.

Χύνεται το παιδομάνι, πέρα στου χωριού τ αλάνι.
Παίρνουν φόρα οι κυράδες κι άσπρισαν τους μαχαλάδες.

Τσάρκα βγαίνουν οι βαρκούλες, φεύγουνε κι οι ψαροπούλες
φορτωμένες παραγάδια και αρματωμένα απλάδια.

Μια γριά καβουρομάνα, με το φυκι στη δαγκάνα
το θαλάμι της σενιάρει, που κανε ο Νοτιάς κουβάρι…

Τα γλαρόπουλα πετούνε, το Βοριά περιφρονούνε
γιατί όποτε θυμώνει, τις φτερούγες τους παγώνει.

Κι οι δύστυχοι αγέρηδες, οι παλιοχασομέρηδες
μέσα στο σακί κλεισμένοι είναι τώρα μονιασμένοι.

Nitsa-Komnini Kiassou

Αφήστε μια απάντηση