ΜIA ΜΠΟΥΡΟΥ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΟΧΥΛΑ


Της Έλσας Χίου.
Εικόνα. Αθηνά Πετούλη.

Ζούσε κάποτε ένας βασιλιάς που λάτρευε τη θάλασσα για δικούς του λόγους. Κυβερνούσε μια νησιωτική πολιτεία , χτισμένη ολόκληρη με κοχύλια όλων των ειδών. Σ’ εκείνο το νησί τα κύματα ξέβραζαν άφθονα κοχύλια. Τα μικρότερα έμοιαζαν με ροδαλά βρεφικά νυχάκια. Τα πιο μεγάλα, θύμιζαν ραβδωτές μπάλες που στη κοιλότητά τους τρύπωνε αγέρας, φυσώντας γλυκόηχα σφυρίγματα, στις σπείρες και στους κοχλίες τους. Κάποιες φορές, ο φλοίσβος, με ρυθμικούς παφλασμούς, πέρναγε με αφρούς και μπουρμπουλητά μέσα στα άδεια ηχεία των κοχυλιών. Τότε, η αντήχηση του νερού με τη πνοή του μπάτη, έκαναν τα θαλασσοπούλια ν’ ανατριχιάζουν, και τις καρδιές των ανθρώπων ν’ ανοίγουν σαν τις αχιβάδες της θεάς Αφροδίτης.
Στο παράξενο αυτό νησί ο βασιλιάς λεγόταν Μπουρουδέλος, η Βασίλισσα Τριδάκνα, και η βασιλοπούλα τους Στρειδουλίνα. Το παλάτι τους, δέσποζε σε αγναντερό λόφο, κι’ ήταν χτισμένο ολόκληρο από κοχύλια και όστρακα του βυθού. Τα σπίτια χτίζονταν κι’ αυτά με λογιών, λογιών κοχύλια και οστρακόδερμα. Οι δρόμοι οι πλατείες και οι ακρογιαλιές, ήταν στρωμένες με πολύχρωμα κελύφια. Οι άνθρωποι περπατούσαν κι’ ακούγονταν σ’ ολόκληρη τη πολιτεία τα κράτς και κρούτς, απ’ τα θραύσματα τους. Ο αέρας μύριζε ιώδιο και δύσοσμους ατμούς απ’ τα εργαστήρια των κοχυλιών της πορφύρας. Κι’ αυτό, γιατί απ’ τους αδένες και τα θρύψαλα των πορφυροκόχυλων, έβγαινε ένα περιζήτητο χρώμα, που βάφονταν τα ρούχα βασιλικών οικογενειών, και των αυτοκρατορικών αυλών. Η πριγκιπική ενδυμασία της βασιλοπούλας, ήταν μοναδική στο κόσμο. θρυμματίστηκαν γι’ αυτήν μισό εκατομμύριο πορφύρες για να φτιαχτεί το εκχύλισμα της βαθυκόκκινης βαφής. Τόσα χρειάζονταν για το πολύπτυχο φόρεμα και τη μεταξωτή εσάρπα της ωραίας Στρειδουλίνας. Χρειάστηκαν ακόμα άλλα πέντε εκατομμύρια παρόμοια κοχύλια για τη βαφή της ολομέταξης προίκας της.
Ένα γαλήνιο απόγευμα η βασίλισσα Τριδάκνα και η βασιλοπούλα Στρειδουλίνα, κατέβηκαν στη θάλασσα, ν’απολαύσουν το ηλιοβασίλεμα, και τα θαλασσοπούλια με τα πουπουλοφέγγαρα κεφάλια τους , που τα χώνουν στο στήθος τους το σούρουπο, για ν’ αποκοιμηθούν στα βράχια. Στο βαθύ τους ύπνο βγαίνει το φεγγάρι και τα λούζει απαλά μην τύχει και ξυπνήσουν.
Μάνα και κόρη περπατούσαν και χαχάνιζαν, ξεχνώντας τους βασιλικούς κανονισμούς, και καθώς πατούσαν πάνω στα κελύφια τρικλίζοντας, συναντήθηκαν μ’ έναν νεαρό άντρα, πληγωμένο κι’ εξαντλημένο που τους ζήτησε νερό και λάδι για τις πληγές του.
-Ναυαγός είμαι. Τους είπε. Με βοήθησε ο Δέλφινας. Ο παιδικός αδελφικός μου φίλος. Κρατήθηκα απ’ το πτερύγιό του, και μ’ οδήγησε ως εδώ.
Φαίνονταν να λέει αλήθεια. Είχε ευγενικό πρόσωπο, κι’ αγαλματένιο στέρνο με φρέσκιες ουλές. Στη πλάτη του στεγνά ρυάκια αλατιού φανέρωναν τα μαστιγώματα των κυμάτων.
-Που βρίσκομαι; Διψάω. Είπε ξέπνοα. Είχε βλέμμα ξάγρυπνου θαλασσαετού.
– Ακολούθησέ μας. απάντησε η βασίλισσα Τριδάκνα. Θα σε φροντίσουμε, και θα μείνεις στον ξενώνα. Αλλά αύριο πρέπει να παρουσιαστείς στο Βασιλιά. Έτσι γίνεται με τους ξένους σ’ αυτή τη πολιτεία.
Την άλλη μέρα, το παλικάρι, παρουσιάστηκε στο βασιλιά, με περιποιημένες τις πληγές του, κάτω από καθαρά καινούρια ρούχα. Τον βρήκε να κάθεται στο θρόνο του. Κρατούσε κομπολόι φτιαγμένο κι αυτό από γυαλιστερά κοχύλια.
– Πώς λέγεσαι; Κι’ από πού μας έρχεσαι δύστυχε ναυαγέ;
– Λέγομαι Αστέριος και είμαι απ’ το νησί του Πυθαγόρα.
– Έχετε κοχύλια στο νησί σας;
– Έχουμε Μπουρούδες και Κοχύλες.
– Και τί τις κάνετε όταν φάτε το νόστιμο φαί τους;
– Τις φτιάχνουμε μουσικά όργανα.
– Τι λες! Αν σου δώσω μια Μπουρού και μια Κοχύλα, θα μου τις κάνεις να παίζουν μουσική;
– Θα σου τις κάνω βασιλιά μου.
Έτσι, ο Αστέριος κατέληξε σε μια κάμαρα, να τροχίζει τους κώνους των οστράκων, και τα τεχνουργεί τα ηχεία τους. Όταν άρχισε να παίζει, η μουσική του έβγαινε σαν κλάμα φλάουτου και σαν θρόισμα κυματιστό σε κάμπο με ώριμα στάχυα. Τόσο τον είχε απορροφήσει η μουσική του, που δεν πήρε είδηση τη βασιλοπούλα που μπήκε στη καμαρά του, και άκουγε σιωπηλή. Όταν γύρισε το κεφάλι του, η ομορφιά της τον μάγεψε. Σηκώθηκε όρθιος και τη κοιτούσε. Τον κοιτούσε κι’ αυτή. Και δε μιλούσαν. Κι’ έμειναν έτσι ακίνητοι και βουβοί αρκετή ώρα. Κι’ όταν η βασιλοπούλα βγήκε απ’ τη κάμαρα, τίποτα πια δεν ήταν ίδιο. Από εκείνη τη στιγμή ο Αστέριος σκέφτονταν τη Στρειδουλίνα, και η Στρειδουλίνα τον Αστέριο.
Όταν άκουσε ο βασιλιάς τη μουσική που ξεχύνονταν απ’ τη Μπουρού και τη Κοχύλα, ενθουσιάστηκε, και ζήτησε απ’ τον Αστέριο να πάει στους σωρούς των κοχυλιών που μαζεύονταν στα εργαστήρια για το ξεδιάλεγμα της πορφύρας, και να διαλέξει τις καλύτερες κοχύλες, για να φτιάξει πολλά μουσικά όργανα. Όποιος ξένος ξέπεφτε στο νησί του δεν μπορούσε να φύγει πια. Έπιανε δουλειά στα χωράφια και στ’ αμπέλια, άνοιγε πηγάδια ,έβοσκε γιδοπρόβατα, ή τσάκιζε όστρακα ολημερίς. Μόνο μια φορά το χρόνο περνούσε πλοίο από εκεί, για να πάρει το πορφυρό βάμμα και να το μεταφέρει σε άλλα βασίλεια, και αυτοκρατορικά παλάτια. Ο καπετάνιος του πλοίου άφηνε για πληρωμή στον βασιλιά Μπουρουδέλο, όλου του κόσμου τα καλά, μαζί με θησαυρούς και δώρα απ’ τους άρχοντες του πέρα κόσμου.
Οι μέρες περνούσαν κι’ ο Αστέριος δούλευε ασταμάτητα. Η βασιλοπούλα τον επισκέπτονταν καθημερινά, κι’ εκείνος της έπαιζε μια καινούρια μελωδία πιο γλυκιά και πιο αέρινη απ’ τη προηγούμενη φορά. Έτσι γλυκά και γαλήνια πιάστηκε στη καρδιά τους μια μεγάλη αγάπη, κι’ όταν κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να ζήσουν χωριστά ο ένας απ’ τον άλλον, ζήτησαν απ’ το βασιλιά την άδεια να παντρευτούν. Ο βασιλιάς έγινε θηρίο όταν το άκουσε. Είχε κάνει επίσημη συμφωνία να δώσει τη κόρη του στο μεγάλο αυτοκράτορα της χώρας των διαμαντιών. Το επόμενο πλοίο που θα έρχονταν στο τέλος εκείνης της χρονιάς, θα έπαιρνε μαζί του τη Στρειδουλίνα και τη προίκα της, για να τη παραδώσει στον Αυτοκράτορα να τη κάνει γυναίκα του. Έστειλε λοιπόν τον Αστέριο στα πορφυρεία. Στους βρώμικους πάγκους που τσάκιζαν τα κοχύλια της κόκκινης βαφής. Έκλεισε και τη βασιλοπούλα στη καμαρά της, κι’ έβαλε φρουρό.
Η Στρειδουλίνα άρχισε να μαραζώνει , κι’ ο Αστέριος να ζώνεται από ένα οργισμένο σύννεφο θλίψης για το άδικο που ζούσε. Η λεπτή καλοσυνάτη ψυχή του δεν άντεχε να θρυμματίζει με το σφυρί της γρανιτόπετρας τα ζωντανά κοχύλια και να περιμαζεύει το πολτό απ’ τη μαλακιά τους ύπαρξη. Πονούσε για τη συντριβή της συντεφένιας ομορφιάς τους. Βούρκωνε για τον σπασμένο δίαυλο της μουσικής τους με το μάργαρο χρώμα. Ράγιζε η καρδιά του για τον οπάλινο θόλο, που στέγαζε εκείνη την ανυπεράσπιστη ζωούλα. Σε άλλα, παρατηρούσε το πορτοκαλί τους βούλωμα σαν ανάγλυφη σφραγίδα με σχήμα γαλαξιακής σπείρας. Κι’ όταν ξεχώριζε κάτι υγρά ρόδινα ποδαράκια να προβάλουν και κάτι ματάκια σαν χαντρούλες καστανές να κυκλογυρίζουν φοβισμένα, άφηνε το σφυρί του κάτω. Αυτά τα ζωάκια μαζί με διάφορα άλλα ήταν καταδικασμένα να πεθάνουν κάτω απ’ τον καυτό ήλιο, αφήνοντας παντού τη μπόχα της σήψης τους.
Δεν αντέχω άλλο κραύγασε ένα μεσημέρι ο Αστέριος κι’ άρχισε να τρέχει σαν αγρίμι προς το λόφο και το παλάτι του βασιλιά. Εξουδετέρωσε τους φρουρούς της πύλης κι’ όρμησε στην αίθουσα του θρόνου του.
Βασιλιά μου! Του φώναξε. Σου χρωστώ ευγνωμοσύνη για τη φιλοξενία σου, αλλά δεν μπορώ να κάνω τη δουλειά που με διέταξες. Με τι δικαίωμα κουρσεύεις τα ζωντανά κοσμήματα της θάλασσας, για να φτιάχνεις τους μανδύες της αλαζονείας σου και της κούφιας ματαιοδοξίας σου; Και τώρα πουλάς τη κόρη σου μαζί με το κόκκινο βάμμα, που δεν είναι ουσία ,αλλά αίμα ζωντανό απ’ τη καρδιά των θαλασσινών πλασμάτων. Το φεγγάρι που κλαίει σταλάζοντας αιματόχροη πορφύρα στα πέλαγα, το πρόσεξες ποτέ;
Έχεις δει ποτέ το κρύσταλλο του κοραλλιού; Τη φιλντισένια φόδρα στον λαβύρινθο της μπουρούς; Τη μαργαριταρένια λάμψη στον δίαυλο των τραγουδιών της ρόδινης κοχύλας;
Έχεις δει της μέδουσας τ’ ασημογάλαζα κρώσσια και τη ζώνη της τη βιολετιά; Θαύμασες ποτέ για τις αιχμάλωτες σπίθες που κρύβονται στις λευκές θαλασσόπετρες;
Τίποτα απ’ αυτά δεν μπορείς να δεις, και ν’ αγαπήσεις. Ούτε καν το σπλάχνο σου. Την Στρειδουλίνα σου, που την καταδίκασες σε μαρασμό κι’ αβάσταχτο πόνο.
– Φρουροί! Πάρτε τον . Τον τρελλό τον αλαφροίσκιωτο τον αλλοπαρμένο. Στη φυλακή! Ρίχτε τον στο μπουντρούμι! Διέταξε ο βασιλιάς.
Η βασίλισσα Τριδάκνα που άκουσε τη βροντερή διαταγή στα διαμερίσματά της, προσπάθησε ν’ αλλάξει την απόφαση του βασιλιά, αλλά τίποτα δεν κατάφερε. Και σαν καλή μητέρα αποφάσισε να γλυτώσει την κόρη της απ’ την απόγνωση και την οδύνη.
Την άλλη μέρα έστειλε τον πιο έμπιστο φρουρό της στη φυλακή με πολύ χρυσάφι, για να ελευθερώσει με τους φύλακες τον Αστέριο, και να τον βοηθήσουν να κρυφτεί σε μακρινή σπηλιά. Εκεί θα περίμενε ως τον ερχομό του πλοίου, που θα έρχονταν να πάρει τη βασιλοπούλα, τη προίκα της, και τη βαφή της πορφύρας, με προορισμό τη χώρα των διαμαντιών. Το πλοίο ήλθε δυο μήνες αργότερα. Φόρτωσε τα προικιά, φόρτωσε τα πήλινα δοχεία της βαφής, φόρτωσε και το αφράτο στρώμα με τα χρυσοκέντητα παπλώματα της βασιλοπούλας. Ο βασιλιάς, χαιρέτισε τη Στρειδουλίνα του με δάκρυα, κι’ η βασίλισσα με κρυφή χαρά. Είχε σχεδιάσει σοφά την ευτυχία της κόρης της, και μαζί μαγειρέψανε τη περιπέτεια του ταξιδιού. Και καθώς ανοίχτηκε το πλοίο στο πέλαγος με ολάνοιχτα πανιά, η βασιλοπούλα άρχισε να φωνάζει. Ναυαγός στη θάλασσα! Πλησιάστε τον! Σας διατάζω.! Οι ναύτες είδανε τον ναυαγό, πιασμένο απ’ το φτερούγι ενός δελφινιού να πλησιάζει. Τον περιμάζεψαν, κι’ εκείνος αφού τους ευχαρίστησε, έβαλε στο στόμα του τη μπουρού που είχε κρεμασμένη στο στήθος του, και φύσηξε έναν όμορφο σκοπό για χάρη του δελφινιού και της αγάπης του της Στρειδουλίνας. Κι’ εκεί απάνω στο κατάστρωμα κάτω απ’ τα ολάνοιχτα πανιά παρέδωσαν η βασιλοπούλα και ο Αστέριος στον καπετάνιο και το πλήρωμα όλη τη προίκα, κι’ όλη τη βαφή, με αντάλλαγμα να τους πάνε στο νησί του Πυθαγόρα. Ο καπετάνιος δέχτηκε. Κι’ έγινε για πρώτη φορά στον κόσμο ένας παράξενος γάμος κάτω απ’ το μεσιανό κατάρτι, με φουσκωμένα τα λευκά πανιά, μ’ ένα δελφίνι για κουμπάρο ν’ ακολουθεί και να χορεύει στους αφρούς, και μια Μπουρού με μια κοχύλα να τραγουδούν στο στόμα του γαμπρού, το θαύμα και τη δύναμη της αληθινής αγάπης.

Έλσα Χιου Athina Petouli

Αφήστε μια απάντηση