ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΜΙΑΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑΣ

Η Nitsa-Komnini Kiassou είναι με την Athina Petouli.

Παγκόσμια ημέρα περιβάλλοντος

Εικόνα Αθηνά Πετούλη

Η Φωτεινή, μια ηλιαχτίδα όμορφη και καλόκαρδη σαν νεράιδα, είχε καιρό να κατέβει στη γη. Tην είχε στείλει ο πατέρας της στη Σελήνη να τη βοηθάει τις νύχτες. Εκείνη δικό της φως δεν έχει βλέπετε κι αναγκάζεται να φέγγει με δανεικό. “Για ένα φεγγάρι” είχαν συμφωνήσει. Μα την κράτησε πολύ.
Η αποστολή της όμως είχε πια τελειώσει. Ήταν ελεύθερη. Με το ζόρι την κρατούσε η Αυγή να μη ξεμυτίσει πριν την ώρα της και χαλάσει την τάξη του κόσμου… Βιάζονταν. Ανυπομονούσε να λάμψει και να συναντήσει τους φίλους της. Πόσο της είχαν λείψει…Τους αγαπούσε όλους, μα κάποιοι ήταν ξεχωριστοί. Μεγάλη αδυναμία της η Κασσάνδρα, η κουκουβάγια, η Άννα, το πιο γλυκό κορίτσι του κόσμου κι ένας μικρός ψαράς που τον αντάμωνε χαράματα στο γιαλό, να τρέμει μέσα στ αγιάζι…

Μόλις ξημέρωσε για τα καλά, σκαρφάλωσε σ ένα βραχάκι και ξεφώνισε μια δυνατή “καλημέρα”.
“Καλημέρα” ακούστηκαν από παντού βαριεστημένες φωνές. Η Φωτεινή όμως χαμογέλασε με κατανόηση. Το πρωινό ξύπνημα είναι μπελάς. Αποφάσισε να περιμένει. Έτσι κι αλλιώς η Άννα κοιμόταν ακόμα, ο μικρός ψαράς μάζευε τα δίχτυα του και η Κασσάνδρα ετοιμαζόταν για ύπνο.
Μη έχοντας πώς να σκοτώσει την ώρα της, αποφάσισε πως μια καλή πράξη είναι ό,τι πρέπει για ν αρχίσει κανείς τη μέρα του. Πήδηξε λοιπόν σε μια στέγη και… τρίξι τρίξι στα κεραμίδια, σήκωσε στο φτερό όλα τα πετούμενα. “Πετάξτε γρήγορα πουλάκια μου”…. Κι ο γάτος ο Κοψονούρης που παραμόνευε παραδίπλα νηστικός, την έστρωσε στο κυνήγι.
Με κάτι τέτοιες σκανταλιές η μέρα της πέρασε όμορφα. Η χαρά της όμως κόπηκε μαχαίρι, όταν το σούρουπο συναντήθηκε με τη φιλενάδα της την κουκουβάγια. Τη βρήκε κακόκεφη, γεμάτη πίκρα και θυμό.
“Τι νέα;” τη ρώτησε για ν ανοίξει κουβέντα.
“Κακά ψυχρά κι ανάποδα” απάντησε εκείνη νευριασμένη. Κι άρχισε να της περιγράφει με λεπτομέρειες τους λόγους της στεναχώριας της.
Πράγματα και θαύματα είχαν συμβεί στην περιοχή κατά το διάστημα της απουσίας της. Η Φωτεινή δεν πίστευε στ αυτιά της. Κοίταξε πέρα μακριά στους καταπράσινους λόφους και μαύρισε η ψυχή της. Που είχε πάει το δάσος; Και οι χλωρασιές; Και τα ξέφωτα; Και οι μαγικοί ψίθυροι… Που ; Και οι κάτοικοι; … Η Κασσάνδρα της είπε κι άλλα πιο φοβερά. Πως δηλαδή με τον καιρό κάποια φυτά εξαφανίστηκαν εντελώς. Κάτι πουλιά πέθαναν και χάθηκε η γενιά τους. Μερικές χελώνες έφαγαν παράξενη γλιστρίδα και τα λόγια στέγνωσαν στο στόμα τους. Τα σαλιγκάρια γελάστηκαν από ψεύτικη βροχή, βγήκαν νομίζοντας πως είναι φθινόπωρο και πέθαναν από πείνα και από δίψα… Κι ο θαλασσινός ο κόσμος πάντως δεν πήγαινε πίσω. Κάτι κακό πήγε και κολύμπησε στα νερά. Και τότε μια ολόκληρη αποικία στρειδιών έπαθε συγκοπή από την τρομάρα της. Ένα καλαμάρι διηγήθηκε πως το κοπάδι με τις σαρδέλες έπαθε φοβία εξ αιτίας του και του έφυγαν ψιλά χοντρά τα λέπια. Τα έφαγε στη μούρη ένα μπουλούκι μαρίδες, τυφλώθηκε κι έπεσε καρφί πάνω στα δίχτυα… Αυτά και άλλα πολλά, που έφταναν και περίσσευαν για να ξεσηκωθεί ο κόσμος του βυθού και να δηλώσει, πως αν πιάσει τον υπεύθυνο στα πτερύγια του θα γελάσει και το μαλλιαρό καβούρι.
“Και ποιος είναι ο υπεύθυνος;” απόρησε στεναχωρημένη η Φωτεινή. “Να τον πιάσουμε. Να τον φυλακίσουμε. Η φύση να τον δικάσει.”
“Τον πιάσαμε” πικρογέλασε η κουκουβάγια.
“Και πως ήταν; Πως;”
“Ένα χαζόπραμα όλο θράσος και αναίδεια. Κάτι σαν καπνός ή σαν βρώμικο νερό του βάλτου. Ένα πλάσμα διπρόσωπο. Παιδί της μηχανής και του Φουγάρου, μας είπε… κι εγγόνι της Φάμπρικας. Όταν όμως διηγήθηκε την ιστορία του καταλάβαμε πως μόνον αυτός δεν είναι ο μεγάλος ένοχος για την καταστροφή.”
“Ποιος είναι λοιπόν ο μεγάλος ένοχος;”
Ακολούθησε ένα μεγάλο διάστημα σιωπής.
“Ο Άνθρωπος” είπε τελικά η Κασσάνδρα και διηγήθηκε πως ο Άνθρωπος έφτιαξε δίπλα στο δάσος ένα τεράστιο σπίτι για να έχει μπόλικο κάτι που ονόμασε “πρώτη ύλη”. Έπειτα όμως πλάκωσαν του κόσμου τα κακά. Μέσα στο σπίτι μαζεύτηκε η σάρα , η μάρα και το κακό συναπάντημα. Κι έγινε τόσο βρώμικη η ατμόσφαιρα, που αναγκάστηκε να πετάξει έξω τη βρωμιά. Μα δεν την πέταξε μόνο προς τα έξω, αλλά προς τα πάνω, προς τα κάτω και προς κάθε κατεύθυνση. “Κι όταν εμείς διαμαρτυρηθήκαμε δεν μας έδωσε καμιά σημασία. Αντίθετα για να μας μπει στο μάτι, μπήκε στη μύτη, στο λαιμό και στη ζωή μας…”

Η μικρή ηλιαχτίδα δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι όλη τη νύχτα. Στριφογύριζε ξάγρυπνη πάνω στα μενεξελιά της σεντόνια. “Καταστροφή- ένοχος – άνθρωπος- κίνδυνος”… Ξανά και ξανά. Ως το χάραμα…

Η επόμενη μέρα της φάνηκε ατέλειωτη. Για παιχνίδια και χαρούλες ούτε λόγος. Είχε σκεφτεί πολύ αποβραδίς και ήταν σίγουρη πως είχε βρει μια λύση. Βιάζονταν να σουρουπώσει, να ξυπνήσει η Κασσάνδρα. Κι όταν ήρθε επιτέλους η ώρα, πήγε και τη συνάντησε στο δέντρο της.
“Το βρήκα” είπε ξέπνοη.”Χρυσάφι. Πρέπει να βρούμε όσο μπορούμε. Θα το δώσουμε στον Άνθρωπο. Δεν έχεις ιδέα πόσο το αγαπάει… Θα τον πληρώσουμε και θα του ζητήσουμε να επανορθώσει.”
Η Κασσάνδρα την άκουσε με προσοχή και στο τέλος συμφώνησε με την ιδέα της. Που θα βρισκόταν όμως το χρυσάφι; Η ίδια δεν διέθετε ούτε γραμμάριο. Κι απ τους καλούς της φίλους κανείς δεν είχε δεκάρα τσακιστή… Όταν ξαναμίλησε, ύστερα από ώρα, ο δισταγμός ήταν ολοφάνερος στη φωνή της.
“Μονάχα ένας θα μπορούσε…” Μα δεν τέλειωσε τη φράση της.
“Τι εννοείς;” ρώτησε γεμάτη περιέργεια η Φωτεινή.
“Δεν απομένει παρά…” .
“Θα το πεις επιτέλους;”
“Θα έλεγα πως…” Και την κοίταζε από την κορυφή ως τα νύχια.
“Θα έλεγες… Αλλά, θα πρέπει να μου πεις και μένα για να καταλάβω… Εμπρός. Λέγε λοιπόν… Μα… Γιατί με κοιτάζεις έτσι; “.
Έφτασε μονάχα μια στιγμή, μια υποψία και μια ματιά στο σώμα της, για να τιναχτεί τρομαγμένη. “Είμαι χρυσή ολόκληρη” ψέλλισε, σαν να το ανακάλυψε μόλις εκείνη τη στιγμή.
Σιωπή απλώθηκε πιο πικρή κι από φαρμάκι..
“Αυτό θα είναι μια μεγάλη θυσία” μίλησε πρώτη η Κασσάνδρα.
“Δεν γίνεται… όχι δεν γίνεται…” ακούστηκαν φωνές από παντού.
Η απάντηση όμως έπρεπε να δοθεί πριν το ηλιοβασίλεμα.
“Μπορώ να δώσω όλο το χρυσάφι μου” αποκρίθηκε η μικρή ηλιαχτίδα χωρίς δισταγμό.
“Χρειάζεται αρκετό καλή μου” έκρωξε η Κασσάνδρα «κι αν δώσεις όσο χρειάζεται, φοβάμαι πως μετά δεν θα λέγεσαι πια ηλιαχτίδα”…
“Όχι… όχι..ποτέ…”. Οι φωνές τριγύρω ήταν χιλιάδες. Μα η Φωτεινή είχε πάρει κιόλας την απόφασή της.
“Πάρτε όσο θέλετε” επέμεινε. “Πάρτε το όλο. Αφήστε μου μια σταγόνα μοναχά. Μια σταγονίτσα τόση δα, ίσα ίσα για να αναπνέω. Αν μπορώ να βοηθήσω ν αλλάξει η καρδιά του ανθρώπου, αν γίνω αιτία να καταλάβει πως δεν πρέπει να καταστρέφει με τα έργα του τη φύση και τα πλάσματά της, δεν με νοιάζει καθόλου τι θα απογίνω. Πάρτε λοιπόν το χρυσάφι μου… πάρτε το σας λέω… “Κι ήταν τα λόγια της τόσο γλυκά και πειστικά που δεν έμεινε αμφιβολία σε κανέναν.
Το ίδιο βράδυ έβγαλε τη χρυσή φορεσιά και τα μαλαματένια γοβάκια της. Έδωσε όλα της τα κοσμήματα, τα μαλλιά της… Βούτηξε στη θάλασσα και η φιλενάδα της κοσκίνισε ακόμα και την άμμο για να μην πάει ούτε ένας κόκκος χαμένος.
Την είδαν τα πουλιά κι έκρυψαν τα μάτια με τις φτερούγες τους. Την είδε η Άννα κι έκλαψε με λυγμούς. Την είδε ο μικρός ψαράς κι έσφιξε γροθιές τα ξυλιασμένα χέρια του. Την είδε κι ο Κοψονούρης και η τρίχα του σηκώθηκε δυο σπιθαμές…
“Δε μπορεί να είναι αλήθεια” ψιθύρισαν όλοι μαζί. “Δε μπορεί να έδωσες όλη την ομορφιά σου…Και τώρα τι θα απογίνεις Φωτεινή;”
“Αν κλάψω για τη θυσία που έκανα, τότε δεν θα είναι πια θυσία. Θα γυρίσω πίσω στη Σελήνη. Αυτή ούτε που θα το καταλάβει πως δεν έχω πια λάμψη. Να θυμάστε ότι σας αγαπώ…”
Τους αποχαιρέτησε έναν έναν ξεχωριστά. Ύστερα περπάτησε γυμνή και ξυπόλητη το δρόμο του φεγγαριού πάνω στη θάλασσα. Πιάστηκε από τις ασημένιες φεγγαροκλωστές και χάθηκε από τα μάτια τους.
Οι φίλοι της συγκέντρωσαν πικραμένοι τα μαλαματικά της. Μια και δυο πήγαν και τα ακούμπησαν στα πόδια του Ανθρώπου.
“Ένα δώρο από μας” είπαν δειλά και νόμισαν πως θα καταλάβαινε. Εκείνος φυσικά δεν πήρε χαμπάρι. Αντίθετα άστραψε ολόκληρος από απληστία. “Με ευχαριστούν για τα έργα μου” σκέφτηκε. Αγκάλιασε το χρυσάφι και πήγε και το κλείδωσε στο θησαυροφυλάκιό του. Από την άλλη μέρα κιόλας στρώθηκε στη δουλειά. Έφτιαξε κι άλλα σπίτια γύρω από το δάσος. Αποκεφάλισε δέντρα, ξεσπίτωσε ζώα, πουλιά, βρώμισε τον τόπο. Τα πράγματα αντί να φτιάξουν χειροτέρεψαν.
«Κρίμα τη θυσία» έσκουζε τις νύχτες η Κασσάνδρα κι όσοι την άκουγαν, την έλεγαν γρουσούζα και την πετροβολούσαν.
Με τον καιρό η κατάσταση έγινε αφόρητη. Η σοφή κουκουβάγια έσπαζε το κεφάλι της να βρει τρόπο ν αντιμετωπίσει την καταστροφή, αλλά και να φέρει τη Φωτεινή πίσω. “Όσα δεν μπορεί να κάνει το χρυσάφι, τα καταφέρνει η αγάπη και η έγνοια” συλλογίστηκε. Και στο κεφάλι της άστραψε μια ιδέα. Κάθισε με μολύβι και χαρτί κι έγραψε κάλεσμα προς για όλους. Μέσα της σιγότρεμε η ελπίδα…
Οι προσκλήσεις πήγαν, αλλά οι προσκεκλημένοι δεν ανταποκρίθηκαν. Αυτοί που ήρθαν τελικά, μετριόντουσαν στα δάχτυλα.
Ήταν η Άννα κι ο μικρός ψαράς. Ήταν δυο δημοσιογράφοι. Ο Πέτρος ο Γλάρος, ανταποκριτής της «Θαλασσινής» και η Κική η Κίσσα της «Στεριανής», που μάλωναν ασταμάτητα για την αποκλειστικότητα των ειδήσεων. Ήταν ένας φτωχός ποιητής που εξ αιτίας της κατάστασης είχε χάσει την έμπνευσή του κι έγραφε μόνο θλιβερές σερενάτες. Ήταν ακόμα κι ένας μελαγχολικός ζωγράφος, που δεν άντεχε πια να ζωγραφίζει άσχημα και νεκρά τοπία και σκεφτόταν να πάρει τα μάτια του και να εξαφανιστεί..
«Μόνον εσείς μπορείτε λοιπόν” είπε σοβαρά η Κασσάνδρα. “Εσείς που αγαπάτε να περιγράφετε την ομορφιά του κόσμου. Πρέπει όμως και να το αποδείξετε τώρα. Να βοηθήσετε με όλες σας τις δυνάμεις. Να μπείτε στον αγώνα. Ο λόγος έχει δύναμη. Κι εσάς σας ακούνε όλοι.”
Ο Πέτρος και η Κική υποσχέθηκαν να φροντίσουν μέσα από τις εφημερίδες τους να μη μείνει τίποτα κρυφό. Ο ποιητής ορκίστηκε να γράφει για όλα αυτά με το αίμα της καρδιάς του. Κι ο ζωγράφος τους διαβεβαίωσε πως μέχρι να αποκατασταθεί η τάξη στην περιοχή, δεν θα ζωγραφίζει παρά μόνο πανό και συνθήματα.
Ύστερα η Κασσάνδρα τους μίλησε για τη Φωτεινή.
“Πρέπει να βρεθεί το χρυσάφι που της πήραμε. Δεν μπορεί να την αφήσουμε να χαθεί στου φεγγαριού τα σκοτάδια. Να ψάξουμε παντού. Αν χρειαστεί να ζητιανέψουμε. Η θέση της είναι στον ήλιο”
Ο Πέτρος τότε πρώτος έδωσε το φυλαχτό του, ένα τετράφυλλο θαλασσινό τριφύλλι. Η Κική χάρισε τον θησαυρό που είχε συγκεντρώσει κλέβοντας. Ο ποιητής πρόσφερε τη χρυσή του πένα κι ο ζωγράφος όλο το χρυσαφί της παλέτας του. Ο μικρός ψαράς έφερε ένα χρυσόψαρο και η Άννα το φλουρί που φορούσε στο λαιμό της. Τα πουλιά του δάσους τα αχυράκια από τις φωλιές τους. Τα λουλούδια ένα σακί κατακίτρινη γύρη και οι μέλισσες τις χρυσαφένιες ρίγες των φουστανιών τους.
Στη συνέχεια η Κασσάνδρα πέταξε ως τη φωλιά του χρυσαετού, ψηλά, πολύ ψηλά, μέσα στα σύννεφα. Κανένας δεν πετούσε ποτέ ως εκεί πάνω. Μόνο η Φωτεινή περνούσε τακτικά για να του πει μια καλημέρα. Όταν εκείνος άκουσε την ιστορία της θύμωσε πολύ. Τραβούσε τα μαλλιά του, μάδαγε τις φτερούγες, ξερίζωνε τα πούπουλά του. Κι έδωσε τόσα χρυσά φτερά , που η κακομοίρα η Κασσάνδρα δεν μπορούσε να τα σηκώσει. Γι αυτό τη φορτώθηκε στις πλάτες του και την κατέβασε ο ίδιος.
Η κουκουβάγια χωρίς να χασομερήσει καθόλου, κάλεσε τις αράχνες του δάσους και τις παρακάλεσε να νέσουν και να γνέσουν τα χρυσαφένια δώρα. Να τα κάνουν νήμα και να υφάνουν μια καινούργια φορεσιά. Αυτές δέχτηκαν ευχαρίστως κι έστησαν αμέσως αμέτρητους αργαλειούς.
Ύφαιναν καιρό πολύ και οι υπόλοιποι τις συντρόφευαν υπομονετικά. Στη Φωτεινή πάλι δεν είπαν τίποτα. Ήθελαν να της κάνουν έκπληξη. Οι μέρες πέρασαν. Έγιναν μήνες. Οι αράχνες δούλευαν νύχτα μέρα. Η Κασσάνδρα είχε γίνει σαν στοιχειό από την αγωνία της. Οι δημοσιογράφοι όμως, ο ποιητής και ο ζωγράφος, είχαν γεμίσει τον τόπο μηνύματα. Σε λίγον καιρό ο περισσότερος κόσμος άρχισε να αλλάζει μυαλά, να σκέφτεται διαφορετικά και να προσέχει. Το ένα σχέδιο έμοιαζε να έχει πετύχει. Απόμενε η Φωτεινή μονάχα.

Η φορεσιά της τέλειωσε μια νύχτα που οι φίλοι είχαν μεγάλα κέφια. Γελούσαν με την καρδιά τους καθώς θυμόντουσαν τη μέρα που ο ήλιος και η Βροχή μπερδεύτηκαν και κατέβηκαν μαζί στον κόσμο. “Ήλιος και Βροχή που παντρεύονται οι φτωχοί. Ήλιος και φεγγάρι που παντρεύονται οι γαϊδάροι”… Και δώστου χάχανα.
Είχαν αποξεχαστεί με τις αναμνήσεις ,τα γέλια και τα όνειρα… Κι έτσι χαμπάρι δεν πήραν μια μικρούλα αράχνη που θέλοντας να τους ξαφνιάσει, πήγε κι έδεσε το νήμα της σε μια φεγγαροκλωστή και σκαρφάλωσε σαν αστραπή ως τη Σελήνη. Κόντεψαν μάλιστα να πάθουν συγκοπή από την τρομάρα τους, όταν μέσα στην καλή χαρά, είδαν μια λάμψη να κάνει τσουλήθρα από το φεγγάρι ως τη γη. Ύστερα άκουσαν ένα κρυστάλλινο γέλιο κι ένα μπλουμ… Στο τέλος αντίκρισαν και τη Φωτεινή να βγαίνει ολόχαρη μέσα από τη λίμνη με τα βατραχάκια. Ήταν ολόχρυση σαν αστραπή, πανέμορφη και τόσο λαμπερή, όσο δεν ήταν ποτέ άλλοτε στη ζωή της….

Αφήστε μια απάντηση