Το Άγιο Πνεύμα βρίσκεται στις πλαγιές του Μενοικίου. Ως το 1928 ονομαζόταν «Βεζνίκο» και από το 1928 ως το 1940 «Μόνοικο».
Το χωριό γιορτάζει κάθε χρόνο την ημέρα του Αγίου Πνεύματος που είναι κινητή εορτή, όπου και τοπική πανήγυρη. Πήρε τη σημερινή του ονομασία από το ομώνυμο γειτονικό μοναστήρι. Οι κάτοικοί του είναι Δαρνάκες, είναι ένα από τα πέντε Δαρνακοχώρια.
Η οικονομία στηρίζεται κυρίως στην γεωργία (σιτηρά, οπωρικά και λαχανικά). Το χωριό παρουσιάζει εντυπωσιακή διάρκεια ζωής από τα προϊστορικά ως τα σημερινά χρόνια. Μέσα
στο χωριό και συγκεκριμένα στο λόφο του «Αγίου Κωνσταντίνου» είχαν εντοπιστεί από το 1967 ίχνη προϊστορικού οικισμού: όστρακα νεολιθικών αγγείων, πήλινα σφοντύλια και διάφορα λίθινα εργαλεία (σμίλες, κοπίδια κ.ά.).

Από την πρώιμη ακόμη αρχαιότητα φαίνεται πως ο οικισμός είχε παρακμάσει και εγκαταλείφτηκε από τους κατοίκους του. Πλάι στο σημερινό χωριό εντοπίστηκαν τα λείψανα αρχαίου πολίσματος, το οποίο έφερε πιθανώς το όνομα «Μόνοικος» και ανήκε στη φυλετική περιοχή της Οδομαντικής.
Φαίνεται πως, μετά την εγκατάλειψη του λόφου του «Αγίου Κωνσταντίνου», οι κάτοικοί του, αναζητώντας ασφαλέστερο μέρος, εγκαταστάθηκαν στον απόκρημνο και οχυρό από τη φύση λόφο του «Γ(κ)ραντήσκου», που υψώνεται βορειοδυτικά του χωριού και από την κορυφή του έχει κανείς οπτικό έλεγχο ολόγυρα σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων.
Από τα λείψανα της αρχαιότητας που διασώθηκαν και γενικά από τα διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα διαπιστώνεται ότι το πόλισμα γνώρισε ιδιαίτερη ακμή στους επόμενους αιώνες και η ζωή του συνεχίστηκε ως τα βυζαντινά και νεότερα ακόμη χρόνια. Τα σπίτια του πολίσματος ήταν χτισμένα στη νότια πλαγιά του λόφου και εκτείνονταν ως το χαμηλό ύψωμα «Κούτρα», όπου ανακαλύφτηκε αρχαία νεκρόπολη με αξιόλογους θολωτούς και κιβωτιόσχημους τάφους.
Τα αρχαιολογικά ευρήματα (θεμέλια κτιρίων, ελληνικές και λατινικές επιγραφές, νομίσματα διαφόρων πόλεων της αυτοκρατορικής περιόδου) μαρτυρούν όχι μόνο ότι η ζωή στο πόλισμα συνεχίστηκε και κατά τη ρωμαϊκή εποχή αλλά επιπλέον ότι αυτό γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά την αυτοκρατορική περίοδο. Τέλος, στα υστερορωμαϊκά χρόνια, λόγω των συνεχών βαρβαρικών επιδρομών, το πόλισμα οχυρώθηκε με ακρόπολη, που ερείπια του ασβεστόχτιστου τείχους της είναι ορατά στην κορυφή του λόφου του «Γ(κ)ραντήσκου».
Το πόλισμα όφειλε τη μεγάλη του ακμή στην προνομιακή ημιορεινή θέση του, η οποία πρώτα απ’ όλα εξασφάλιζε στους κατοίκους του πλούσια βοσκοτόπια και εκτάσεις για γεωργικές καλλιέργειες. Έπειτα βρισκόταν σε μια περιοχή που διέθετε άφθονο ορυκτό πλούτο. Τα καμινεύματα (σκουριές) που βρίσκει κανείς στη γύρω περιοχή, καθώς και μια λατινική επιγραφή, μαρτυρούν την ύπαρξη και εκμετάλλευση μεταλλείων σιδήρου. Η κυριότερη όμως φυσική πηγή πλούτου φαίνεται πως ήταν το μάρμαρο (γκρίζο και λευκό), όπως μαρτυρεί η ανακάλυψη ενός λατομείου στην ορεινή θέση «Κριάκουρους» (υψόμ. 500 μ.), στους πρόποδες του Μενοίκιου και σε απόσταση πέντε περίπου χιλιομέτρων βορειοανατολικά του σημερινού χωριού.
Σημάδια της αρχαίας λατόμευσης είναι ορατά σε δυο συνεχόμενους λόφους. Πρόκειται για ένα επιφανειακό κλιμακωτό λατομείο, όπου στα «στήθη» του πετρώματος διακρίνονται δεκάδες «κοίτες» από την εξόρυξη, ενώ ανάμεσα στα ριζά των δύο λόφων υπάρχει ένας τεράστιος σωρός λατύπης που σχηματίστηκε από το ξεχόντρισμα των μαρμάρινων δόμων, καθώς και ίχνη λιθόστρωτου δρόμου που χρησίμευε για τη μεταφορά του μαρμάρου στο αρχαίο πόλισμα. Το λατομείο λειτούργησε κατά την αυτοκρατορική περίοδο (1ο-3ο μ.Χ. αι.) και προμήθευε με μάρμαρο τα τοπικά εργαστήρια γλυπτικής, όπως δείχνουν αγάλματα και άλλα ανάγλυφα που βρέθηκαν στην περιοχή των Σερρών και είναι κατασκευασμένα από μάρμαρο ίδιας ποιότητας.
Πιθανώς στις αρχές του έτους 1383 τα τουρκικά στρατεύματα του Γαζή Εβρενός μπέη κατέλαβαν, μετά τη Ζίχνη, το Άγιο Πνεύμα και λίγο αργότερα (19 Σεπτεμβρίου 1383) την πόλη των Σερρών. Ίσως το χωριό να μη γνώρισε τη λεηλασία των Σερρών, γιατί ανήκε στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου, της οποίας τα κτήματα και τα βακούφια διασφάλιζε ένα φιρμάνι του 1373. Λίγα χρόνια αργότερα (στα τέλη του 14ου αιώνα) το χωριό εποικίστηκε από Τούρκους Γιουρούκους (Κονιάρους).
Τότε συνοικίστηκε και το χωριό στη σημερινή του θέση από τους κατοίκους του που ήταν εγκατεστημένοι σε γειτονική τοποθεσία (ανάμεσα στον «Γ(κ)ραντήσκο» και την «Κούτρα»), ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα ο χριστιανικός πληθυσμός του ενισχύθηκε με εποίκους από Θεσσαλία, Ήπειρο και Δυτική Μακεδονία. Διοικητικά υπαγόταν στον «καζά» Σερρών και βρισκόταν μέσα στα όρια της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας του μητροπολίτη Σερρών. Τον 19ο αιώνα επί Ισμαήλ μπέη το χωριό, ως αξιόλογη παραγωγική μονάδα, έλαβε και το ανάλογο μερίδιο από τη μεγάλη εμπορική ακμή των Σερρών.
Καθώς το χωριό βρισκόταν στις νότιες προσβάσεις του Μενοίκιου όρους, οι κάτοικοί του ήταν (από τις αρχές του 19ου αιώνα) από τους πρώτους αρματολούς του καζά Σερρών, όπως μαρτυρεί και ένα δημώδες άσμα, στο οποίο γίνεται λόγος για τον καπετάν Νασιούλα, ενσαρκωτή της αρματολικής ιδέας. Με τη νικηφόρα λήξη των Βαλκανικών πολέμων έρχεται και η απελευθέρωση του χωριού. Συγκεκριμένα, την 29η Ιουνίου 1913, λίγες ώρες μετά την απελευθέρωση της πόλης των Σερρών, ένα τάγμα πεζικού που βρισκόταν στο Χρυσό εισήλθε στο Άγιο Πνεύμα, όπου έγινε δεκτό με μεγάλο ενθουσιασμό από τους κατοίκους του. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Το Μοναστήρι του Αγίου Πνεύματος, κτισμένο σε υψόμετρο 550 μέτρων, ξεχωρίζει και για τις τρεις ανάγλυφες βρύσες, με τεράστια ιστορία, καθώς αποτελούν δωρεές των κατοίκων από το 1866, υο 1876 και το 1878. Ενα ακόμα χαρακτηριστικό της Μονής, το γεγονός πως κάτω από την Αγία Τράπεζα του πέτρινου ναού του Αγίου Πνεύματος αναβλύζει πηγή…




